Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Χρόνος;
















Τοποθεσία: Παλάτι Κνωσού, ξημερώματα.
Έτος: -

Αγουροξυπνημένοι Μινωίτες κάνουν μια σύντομη προσευχή στο Δία και ξεκινάνε για την καθημερινότητα.
Λίγο πιο κάτω, στο λιμάνι, τα ψηλόπλωρα πλοία με φουσκωμένες και χορτάτες από εμπορεύματα κοιλιές, ετοιμάζονται να σαλπάρουν.
Προορισμός; Παντού.

Ένα βουητό ακούγεται, κάμποση σκόνη και οι γνώριμοι κραδασμοί στη Γη. Στο βάθος ο Τάλως τρέχει. Τα περισσότερα μάτια στρέφονται -πιο πολύ από συνήθεια- πάνω στο γιγάντιο μεταλλικό κορμί του, που ήδη αντανακλά τις πρώτες ακτίνες του Ήλιου.
Για να τρέχει έτσι, κάπου το νησί κινδυνεύει, σκέφτονται χαλαρά...
Τρόπος του λέγειν δηλαδή, γιατί όλοι ξέρουν πως οι μόνοι που κινδυνεύουν, είναι οι αφελείς εισβολείς, που σε λίγο θα δουν ουρανοκατέβατα βράχια να μεγαλώνουν δραματικά πάνω απ΄τα αδειανά απληροφόρητα κεφάλια τους.

Οι πρώτοι τουρίστες καταφθάνουν. Πούλμαν και ΙΧ σταματημένα ανάμεσα σε κάρα, άμαξες και άρματα μάχης. Ένα αταίριαστο διαχρονικό πάρκινκ θα έλεγε κανείς, αν υπήρχε φυσικά ο χρόνος..

Παλάτι: Στρατιώτες και πρίγκιπες με χάλκινα σπαθιά ανεβοκατεβαίνουν τα ολοκαίνουργια αστραφτερά σκαλοπάτια. Άντρες με λεπτεπίλεπτες μέσες, γυναίκες με μαύρες μπούκλες και βαμμένα χείλη συναντιούνται, μιλάνε, μπαινοβγαίνουν στα άπειρα πολυτελή διαμερίσματα
Στον ίδιο χώρο, άνθρωποι με digital μηχανές φωτογραφίζουν ερείπια. Τα μάτια τους βλέπουν γκρεμισμένες πέτρες αντί για ολόλαμπρα παλάτια, οι φακοί τους αδυνατούν να εστιάσουν τις μελαχρινές καλλονές, επικεντρώνονται μόνο σε ραγισμένες κολώνες και σπασμένα πιθάρια.
Ο ένας περνάει μέσα απ΄τον άλλο, αισθάνεται την παρουσία και την ανάσα του, μα πως να τον δει, χωρίς το χρόνο...

Γιατί ο χρόνος (αν υπήρχε) ακούει να μιλάμε για παρελθόν, παρόν και μέλλον και γελάει με την αφέλειά μας!
Γιατί ο χρόνος (που ούτως ή άλλως δεν υπάρχει), ακούει για τόπους, για σημεία του ορίζοντα και μακρινά ταξίδια και ξεκαρδίζεται με την άγνοια μας.
Γιατί ο χρόνος (σε περίπτωση που υπάρχει) δεν είναι μόνος του, κουβαλάει μαζί του άπειρες διαστάσεις, και μπορεί την ίδια στιγμή, στο ίδιο σημείο, να κάνει τα πάντα!


Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Περί αναρχίας ο λόγος...






















Έχω περάσει αρκετά χρόνια της ζωής μου στα Εξάρχεια, και πιστέψτε με, όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά που ακούτε και διαβάζετε περί βίας και αναρχίας, είναι προκακατασκευασμένα για πονηρούς σκοπούς.

Τα Εξάρχεια ίσως και να είναι η πλέον πολιτιστική και πολιτικοποιημένη συνοικία της Ελλάδας. Πουθενά αλλού, μέσα σε ένα τέτοιο περιορισμένο χώρο δεν θα βρείτε τόσα βιβλιοπωλεία, δισκοπωλεία, γραφεία εφημερίδων και περιοδικών, κέντρα πολιτιστικών δρώμενων, σχολές κινηματογράφου, εκπαιδευτικά κέντρα για μικρά παιδιά κλπ κλπ.
Εκεί βρίσκεται η καρδιά της πληροφορικής, με όλα τα μεγάλα καταστήματα και σχολές υπολογιστών, εκεί βρίσκεται και αναπαύεται στις δόξες του το Πολυτεχνείο.

Οι αναρχικοί - αντιεξουσιαστές, είναι παιδιά άκρως πολιτικοποιημένα (πιστεύουν αυτά που πιστεύουν, δεν μας ενδιαφέρει αν είναι σωστά ή λάθος, απλά τα σεβόμαστε), και δεν πείραξαν ποτέ κανένα.
Το μεγάλο κακό ξεκίνησε πριν πολλά χρόνια, όταν αποφάσισαν να καθαρίσουν την περιοχή από τους εμπόρους ναρκωτικών, που πλάσαραν το εμπόρευμά τους προκλητικά και χυδαία μέρα μεσημέρι μπροστά στον κόσμο.
Πλάκωσαν στο ξύλο μερικούς από δαύτους, αλλά δυστυχώς όπως ήταν αναμενόμενο, ενόχλησαν τα αφεντικά τους.
Για επορικούς λόγους δηλαδή ξεκίνησε το κακό. Όχι για ιδέες και ιδεολογίες. Ποιός τις καταλαβαίνει αυτές, και ποιός τις χέζει;

Με τη νέα κυβέρνηση είχα την ελπίδα πως θα βλέπαν τα πράγματα με σωστό μάτι.
Όμως απ΄την πρώτη στιγμή, έκπληκτος άκουσα τον αρμόδιο υπουργό να λέει πως θα καθαρίσει τα Εξάρχεια απ΄τους κουκουλοφόρους και τους αναρχικούς, τους οποίους παράλληλα εκτιμά, και έχει και φίλους αντιεξουσιαστές (!)
Φυσικά και δεν τους εκτιμά, φυσικά και δεν έχει φίλους αντιεξουσιαστές, φυσικά και δεν έχει πατήσει το πόδι του στην περιοχή, φυσικά και δεν έχει προσωπική άποψη ο άνθρωπος.
Φοβάμαι πως τα τσιράκια του ανεκδιήγητου χοντράνθρωπου προκατόχου του και συμπατριώτη μας, τον έχωσαν χοντρά στο παιχνίδι, και καλά του έκαναν αφού έκατσε και τους άκουσε, αντί να τους πετάξει έξω με τις κλωτσιές, όταν ανέλαβε το υπουργείο.

(Προσωπικά στα περί κουκουλοφόρων δεν τσιμπάω. Όχι βέβαια λόγω εξυπνάδας, απλά έχουν δει πολλά τα μάτια μου, και ξέρω ποιοι και γιατί φοράνε τις κουκούλες.
Οι εποχές άλλαξαν, τώρα πια τα βίντεο και τα κινητά καταγράφουν τα πάντα)...

Όμως ο κ. υπουργός, άξιος κατά τα άλλα (;) ακόμα δεν κατάλαβε πως του την έχουν στημένη;
Σε λίγο συμπληρώνεται χρόνος απ΄τη δολοφονία του Αλέξη, και κάποιοι εργάζονται πυρετωδώς για να καλλιεργήσουν το κατάλληλο εχθρικό κλίμα.
Δεν θάπρεπε να αποφασίσει ποιοι τελικά είναι οι αληθινοί αναρχικοί, ποιούς συμφέρει και επιδιώκουν να ξαναγίνει μπάχαλο η Αθήνα;

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Στους φίλους μου

















Το μεγαλύτερο πρόβλημα στα μπλογκς, είναι πως κάτι πρέπει να γράφεις που και που.
Φυσικά και υπάρχουν μέρες, που δεν ξέρεις τι να πρωτογράψεις.
Υπάρχουν όμως και κάτι άλλες....

Στο μπλογκ αυτό, γράφω αποκλειστικά για την πατρίδα μου την Κρήτη.
Και μερικές φορές συνειδητοποιώ πως για μένα η Κρήτη, δεν είναι κάτι που μπορώ εύκολα να αγγίξω, να δω, να ζήσω, να πατήσω τελοσπάντων.
Ζω μακριά της, γιαυτό την αισθάνομαι σαν κάτι άυλο, πιο πολύ σαν συναίσθημα, ανάμνηση, όνειρο.

Πως να τα περιγράψω όλα αυτά, πατώντας απλά τα ψυχρά μαύρα πλήκτρα ενός λαπτόπ;
Πως να βγάλω προς τα έξω αυτά που πλημμυρίζουν την καρδιά μου;
Γαμώτο, ζηλεύω τους συγγραφείς που μπορούνε να τα γράψουν στο χαρτί.
Ζηλεύω τους ποιητές που μπορούνε να τα ζωγραφίσουν στα σύννεφα.
Μα πιο πολύ τους λυράριδες που μπορούνε να τα κάνουν να χορεύουν στον αέρα!

Γιαυτό να με συμπαθάτε αν που και που εξαφανίζομαι.
Και μη μου κρατάτε κακία αν πολλές φορές δεν σας σχολιάζω.
Αυτό δε σημαίνει πως δεν σας διαβάζω,
ούτε φυσικά πως δε σας αγαπώ...

Δευτέρα, 05 Οκτωβρίου 2009

Ρακόμελο







Φτιάχνουμε ρακόμελο;
Βέβαια οι περισσότερες συνταγές το παρουσιάζουν λίγο πολύ σα φάρμακο για το κρύωμα, που πίνεται ζεστό!
Προσωπικά δεν το βλέπω έτσι. Αντίθετα, σας προτείνω να το απολαύσετε παγωμένο, κυρίως σαν απεριτίφ μετά το φαγητό.
Προσοχή μόνο: Το μέλι και το άρωμά του, συνήθως ξεγελάνε αυτούς που το πίνουν για πρώτη φορά, γιατί μέσα σ’ αυτό το φαινομενικά αθώο ποτό με τη γλυκιά γεύση, κυριαρχεί σε ποσότητα και δύναμη η τσικουδιά!
Με μέτρο λοιπόν, εκτός κι αν θέλετε να γίνετε λιάδα, οπότε σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα!

Τα υλικά:

  • 1 λίτρο τσικουδιά 18 – 19 γράδα και άριστης ποιότητας
  • 4 κουταλιές της σούπας θυμαρίσιο μέλι
  • 2 ξύλα κανέλας
  • 1 – 2 καρφάκια γαρίφαλο (προαιρετικά).

Επεξεργασία:

  • Βάζουμε σε ένα κατσαρολάκι όλα τα υλικά.
  • Τα βράζουμε σε χαμηλή θερμοκρασία ανακατεύοντας συνεχώς, προσέχοντας να μη πάρει φωτιά από τις αναθυμιάσεις της τσικουδιάς.
  • Μόλις πάει να πάρει βράση, σβήνουμε τη φωτιά, σκεπάζουμε τη κατσαρόλα με το καπάκι και το αφήνουμε τουλάχιστον 10 λεπτά να πάρει τα αρώματα.
  • Σουρώνουμε, και αποθηκεύουμε το ρακόμελο, πάντα σε γυάλινο μπουκάλι.

ΥΓ: Εντάξει δε θέλω να γίνομαι κακός, αλλά πόσα ρακόμελα θα ήπιαν από χθες τα πατριωτάκια της ΝΔ μπας και γλυκάνουν τον πόνο τους ε;

Παρασκευή, 02 Οκτωβρίου 2009

Σταμναγκάθι.



















Υπάρχει ένα χόρτο
που έχει μια υπέροχη πικράδα μαζί με μια ελαφριά γλυκύτητα, που δεν μοιάζει με κανένα άλλο και είναι σήμα κατατεθέν της κρητικής κουζίνας. Είναι το περιβόητο σταμναγκάθι, που τα τελευταία χρόνια έχει κουρσέψει όλα τα γκουρμέ εστιατόρια της Ελλάδας -και όχι μόνο- ανακηρύσσοντας εαυτόν ως χόρτο απαραίτητο σε κάθε γαστρονομική αναζήτηση.

Ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των άγριων ραδικιών και πρόκειται για ένα μικρό αγκαθωτό θάμνο, τόσο αγκαθωτό όσο χρειάζεται για να κάνει δύσκολη τη ζωή των Κρητικών που αποφασίζουν ν' ασχοληθούν μαζί του.

Στην επιστημονική του ονομασία, το σταμναγκάθι λέγεται Cichorium Spinosum και όσον αφορά τη λεκτική συνύπαρξη της στάμνας με το αγκάθι, λέγεται ότι ευθύνεται μια παλιά συνήθεια των Κρητικών να καλύπτουν με αυτά τα χόρτα τα στόμια των σταμνών με το νερό για να εμποδίζονται τα μαμούνια και τα έντομα να κάνουν... βουτιές στο πόσιμο χρυσάφι.

Αναφορές στο σταμναγκάθι κάνει ο Διοσκουρίδης, που το χαρακτηρίζει φάρμακο για πολλές παθήσεις και συστήνει αρκετές εφαρμογές του, και κυρίως τις αντισηπτικές αλλά και τις αντιρευματικές. Αν και συναντά κανείς σταμναγκάθι κυρίως στο οροπέδιο του Ομαλού, πολλές φορές θα βρει διάφορους «συγγενείς» του ακόμη και δίπλα στα θάλασσα, όπως τα γυαλοράδικα.

Χαρακτηριστικό τους είναι ότι μέχρι και το τέλος της άνοιξης είναι πράσινα τρυφερά εδέσματα που τρώγονται ευχάριστα ακόμη και ωμά με λάδι και ξίδι, ενώ το καλοκαίρι θυμίζουν κατάξερα γαϊδουράγκαθα και δεν πλησιάζονται ούτε από κατσίκες.

ΥΓ.: Ωραία τάγραψα; Νάχαμε και κανά δυό μερίδες μπροστά μας, ένα μπουκάλι παγωμένη τσικουδιά και τίποτα χοχλιούς ε;

ΥΓ.2: Μόλις τώρα άνοιξα την tv και βλέπω μια γαλάζια λαοθάλασσα στην Αθήνα να επευφημεί έξαλα τον Καραμανλή στο μπαλκόνι.
Δηλαδή όλοι αυτοί έμειναν ικανοποιημένοι απο τη διακυβέρνηση της ΝΔ;
Δεν αντιμετώπισαν κανένα πρόβλημα;
'Ολα καλά;
Τους θέλουν πάλι;
Πώς να τους ονομάσω μαζόχες ή μαλάκες;

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

Και το πλοίο φεύγει...

















Νοσταλγία;
Πράγματα που θα ήθελε κάποιος να κάνει, αλλά δεν έκανε;
Λέξεις που σήμαιναν τόσα πολλά, αλλά ποτέ δεν ακούστηκαν;
Τι μυστικά να κρύβονται πίσω απ΄το φωτισμένο καράβι που ετοιμάζεται να φύγει απ΄το λιμάνι;
Πόσες πορείες διασταυρώνονται στο σκοτεινό πέλαγος που θα ακολουθήσει;
Νυσταγμένα πρόσωπα στα σαλόνια.
Άλλοι κοιτάνε βαριεστημένα τηλεόραση, πιο πολύ από συνήθεια.
Άλλοι βυθισμένοι στις σκέψεις τους (μελαγχολούν, χαίρονται, μετανιώνουν) μέχρι να τους πάρει ο ύπνος και να ησυχάσουν
και άλλοι παλεύουν να επικοινωνήσουν σαρώνοντας το χώρο για γνωστούς ή άγνωστους συνταξιδιώτες..

Κι όταν οι προπέλες πάρουν στροφές και τα φώτα του λιμανιού αρχίζουν να μικραίνουν,
πόσοι επιβάτες ακουμπισμένοι στις κουπαστές,
μάταια προσπαθούν να σταματήσουνε το χρόνο, να κρατήσουνε το θέαμα για πάντα. (Λες και τα βλέμματα είναι κάβοι!).

Είναι η ώρα της μελαγχολίας για τους ευαίσθητους, είναι η ώρα των ενδόμυχων υποσχέσεων για τους αισιόδοξους, είναι η ώρα της νοσταλγίας για όλους.
Μετά από λίγο, τα πάντα στην πρύμη σκοτεινιάζουν.
Η Κρήτη λες και εξαφανίζεται, λες και χάνεται από το χάρτη.
Αστέρια καταλαμβάνουν τιμητικά τη θέση της.
Τα ανθρώπινα μάτια αδυνατούν να μεταφέρουν εικόνα και συγκίνηση.
Η νυχτερινή δροσιά, ήδη έγινε κρύο.
Ο ένας μετά τον άλλο εγκαταλείπουν το κατάστρωμα
Ξανά στο φως και τη ζεστασιά των σαλονιών, ξανά στη μοναξιά του πλήθους...

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Κωστας Μουντάκης - Αναφορά στον Καζαντζάκη.






































Και λίγη καλή μουσική για όσους κατεβάζετε CD από τον rapidshare (για όλους δηλαδή).

http://rapidshare.com/files/190262354/KSTAS_MOYNTKHS_ANFOR_KZNTZKHS__1976_.rar

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

Μαράθι ώρα μηδέν!


Παραλία Μαράθι, Χανιά. Είμαι ξαπλωμένος μπρούμυτα στην πολύχρωμη διαφημιστική πετσέτα μου, πάνω στην καφτή αμμουδιά, με τα πόδια ένα μέτρο απ΄τη θάλασσα. Πιθανόν λόγω της σωματικής μου διάπλασης από μακριά να θυμίζω ψόφιο γουρούνι, σας πληροφορώ όμως πως αντίθετα με το σώμα, το μυαλό μου εργάζεται πυρετωδώς, και θα σας εξηγήσω.

Ακριβώς δίπλα μου από τα αριστερά, σε απόσταση αναπνοής, αλλά σε ανάσκελη στάση, μια κοπέλα. Ονομάζεται Johan Sebach, 22 ετών, από το Illinois που εργάζεται σαν βοηθός λογίστρια στην εταιρία μεταφορών JP Tranfers στην Oklahoma της Αμερικής. Μη με ρωτάτε προς το παρόν που τα ξέρω όλα αυτά, θα σας εξηγήσω.

Ακριβώς δίπλα από τη Johan (δηλ. δύο θέσεις πιό αριστερά από εμένα) πάνω σε μια καναρινοκόκκινη πετσέτα κείται ένας δίμετρος αραπάς, ο Ridge Waynes, 30 ετών, Αμερικάνος και αυτός, ταξιτζής στο επάγγελμα από το Arkancas City.

Ας έρθουμε προς τα δεξιά μου. Πάλι γυναίκα (ξέρω που ξαπλώνω εγώ. Δίπλα στον αραπά θα ξάπλωνα;). Βέρα Σουηδέξα, κατάξανθη, πανύψηλη και πανάχαρη φυσικά. Ονομάζεται Oulma Rasendolph, 24 ετών φοιτήτρια φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Uppsala. Πάλι που τα ξέρω; Θα σας εξηγήσω.

Πολύ κολλητά στην Ulma, σε απόσταση παρεξηγήσεως θα έλεγα, μια μαύρη καλλονή από τη Νότια Αφρική. Aresky Daould το όνομά της, 30 χρονών, ανώτερη υπάλληλος της παναφρικανικής QB research.

Άραγε ποιοί μαγικοί αλγόριθμοι διασταυρώνουν κάποια χρονική στιγμή τις ατομικές πορείες μας μέσα στο σύμπαν; Ποιοί μυστικοί κωδικοί φέρνουν 5 άγνωστους μεταξύ τους ανθρώπους, απο διαφορετικά κράτη, να βρίσκονται ξαπλωμένοι την ίδια μέρα και ώρα στο ίδιο σημείο χ της Γης;
Υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ τους; Τους συνδέει κάτι; Θα ξανασυναντηθούν κάπου άλλου; Μήπως ήταν μαζύ σε κάποια προηγούμενη ζωή;( Άρα υπάρχει και ζωή μετά το θάνατο;).
Τέτοια κάθομαι και σκέφτομαι ρε γαμώτο, και δε μπορώ να χαλαρώσω.
Μήπως μπορεί να μου εξηγήσει κανείς;

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

Ντροπή μας...


Αλήθεια πόσοι να πέθαναν πάνω σ΄αυτό το νησί, μόνο και μόνο για να μη κατακτηθεί ένα κομμάτι γης, που τώρα απλόχερα το ξεπουλάνε στον πρώτο αγοραστή οι τυχεροί - νταβατζήδες απόγονοί τους;

Αλήθεια πόσα εγκλήματα τιμής έγιναν στα ίδια χώματα, που τώρα αλωνίζουν καυλωμένοι ευρωπαίοι αληταράδες, τεζαρισμένοι στην πρέζα και το αλκοόλ, πελάτες κάποιων εξ ίσου αλητήριων τοπικών "επιχειρηματιών" της πλάκας;

Πρόοδος; Ανοχή; Ξεφτίλα; Ποιες λέξεις ταιριάζουν για να περιγράψουμε τη σύγχρονη Κρήτη;

Η παράδοσή μας πουλιέται στα σουβενιρτζίδικα. Τι θες; Μαυρομάνικα; Τσικουδιά; Λάδι; Ρακόμελο; Μουσική; Όλα θα τα βρεις στο παζάρι, ανάμεσα σε κινέζικα χαϊμαλιά, μπουκαλάκια με αρώματα, πλαστικούς λουλάδες και κουρδιστές λύρες!

"Είμαι απο την Κρήτη" λες, και όσοι είναι γύρω σου, έχουν να πουν μια καλή κουβέντα: "Α, έχω πάει κι εγώ, πέρασα απίθανα!", "Φοβερά τοπία, φιλόξενοι άνθρωποι!", "Έχω ακούσει τα καλύτερα λόγια, του χρόνου θα πάω!".
Μόνο εμείς οι Κρητικοί δεν την αγαπάμε, ανεχόμαστε να τη βλέπουμε να βιάζεται, να εξευτελίζεται, να ξεπουλιέται. Κάνουμε τα στραβά μάτια, συμμετέχουμε παθητικά στη δολοφονία της.

Και μερικοί, τη Θέλουν ανεξάρτητη. Φτιάξαν και σημαία!
Να διοικείται από τα δικά της παιδιά. Τους Μητσοτάκηδες, τον Μεϊμαράκη, ή τον απίθανο Μαρκογιαννάκη για παράδειγμα.
Έχουν κι αυτοί το δίκιο τους. Δεν αντέχουν να βλέπουν το νησί να αργοπεθαίνει
Καλύτερα να φουντάρει μια κι έξω, να μην υποφέρει τουλάχιστον!

"Και τι μπορούμε να κάνουμε εμείς;", "Πως μπορούμε να τα βάλουμε με τα συμφέροντα;", "Τώρα πια είναι πολύ αργά!" είναι μερικές από τις υποθετικές απαντήσεις στις εξ' ίσου υποθετικές ερωτήσεις μου.
Αρνούμαι να τις σχολιάσω.
"Ντροπή μας" είναι ο τίτλος της ανάρτησης, θα κρατήσω τις ίδιες λέξεις για επίλογο...

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2009

Είμαι δολοφόνος χοχλιών!


Ναι, λυπάμαι που το λέω, αλλά είμαι.
Δεν έχει σημασία αν η πρόθεσή μου δεν ήταν το έγκλημα αλλά ένα αθώο μαγείρεμα, το αποτέλεσμα όμως ήταν ο φόνος...
Και εξηγούμαι:

Τι δουλειά είχα να μαγειρέψω χοχλιούς μπουμπουριστούς, χωρίς να ξέρω; Και μη μου πείτε ψάξε για συνταγή στο διαδίκτυο και άλλες τέτοιες μπούρδες, γιατί εκεί ήταν που την πάτησα.
Δέκα συνταγές για το ίδιο πράγμα, και οι δέκα διαφορετικές! Άλλη με αλεύρι, άλλη χωρίς. Άλλη με ξύδι, άλλη με κρασί, άλλη ακριβώς 5 λεπτά τηγάνισμα, άλλη μέχρι να πάψουν να τραγουδάνε, και του κώλου τα εννιάμερα...

Και είχα κάτι χοχλιούς τεράστιους, ολοζώντανους, πεντακάθαρους, κατ΄ευθείαν απ΄την πατρίδα!

Ανακατεύω λοιπόν τις συνταγές, και βγάζω κάτι σα μέσον όρο. Τι τόθελα; δεν έπαιρνα μία στην τύχη;
Βάζω την πρώτη τηγανιά (ήθελα να τα μαγειρέψω και όλα, τρομάρα μου), καλά ξεκίνησα μέχρι που τα έσβησα με το ξύδι. Δεν ξέρω αν έβαλα πολύ, ή παραέκαιγε το λάδι, πάντως επακολούθησε ντουμάνι, μου κόπηκε και η αναπνοή για λίγο, αυτό ήταν, πάει την πούτσισα σκέφτηκα, αλλά ευτυχώς έβαλα στο φουλ τον απορροφητήρα, άνοιξα πόρτες, παράθυρα, και τη γλύτωσα!

Χωρίς να τους δοκιμάσω, σίγουρος για την επιτυχία μου, προχώρησα στη δεύτερη τηγανιά. Εκεί που κόντευε να τελειώσει, λέω, ας φάω ένα απ΄τους έτοιμους, να μου φύγει κάπως η λιγούρα. Αφού κατακάηκα, διαπιστώνω πως ήταν λίγο σκληροί.
Τι κάνουμε τώρα; Πως μαλακώνουν; Το τηγάνι ήδη πέταγε καμένα λάδια, ήμουν κι εγώ λαδωμένος, με έπιασε κι ένας μικροπανικός, λίγο θέλει το μυαλό να πάρει ανάποδες στροφές;
Χρειάζονται κι άλλο ψήσιμο σκέφτηκα. Όσο πιο πολύ, τόσο μαλακώνουν συμπέρανα μαλακωδώς.
Τους αφήνω λοιπόν κανά μισάωρο (όχι πιο πάνω, μη μου γίνουν πολύ νερουλοί), και μετά ρίχνω από πάνω τους και τους έτοιμους να μαλακώσουν κι αυτοί, σε μια κουζίνα που έμοιαζε με κόλαση, με τις θερμοκρασίες στα ύψη, τα λάδια να κοχλάζουν, ξεραμένα ξύδια, καμμένα αλεύρια, και τους χοχλιούς να πετάγονται παντού στην προσπάθειά μου να ανακατέψω ένα διπλογεμάτο τηγάνι....

Μη τα πολυλογώ, τελικά δεν έμεινε τίποτα. Οι σάρκες τους συρρικνώθηκαν και έγιναν σαν μικροσκοπικές καυτές μούμιες. Κανένα ζωντανό πλάσμα στον πλανήτη δεν θα μπορούσε να τις φάει, ή έστω να τις ξεκολλήσει από τα μισοδιαλυμένα απ΄τη φωτιά και σπασμένα απ΄το ανακάτεμα κελύφη τους.

Δε λυπάμαι τους χοχλιούς που δεν έφαγα, αλλά τα δυστυχισμένα αυτά ζωάκια, που βασάνισα και σκότωσα άδικα. Που έκαναν όλο αυτό το ταξίδι πεντακάθαρα και ολοζώντανα σαν χαρούμενα μωράκια, για να πέσουν στα χέρια ενός σαδιστή δολοφόνου.