
Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009
Χρόνος;

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009
Περί αναρχίας ο λόγος...

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009
Στους φίλους μου

Το μεγαλύτερο πρόβλημα στα μπλογκς, είναι πως κάτι πρέπει να γράφεις που και που.
Φυσικά και υπάρχουν μέρες, που δεν ξέρεις τι να πρωτογράψεις.
Υπάρχουν όμως και κάτι άλλες....
Στο μπλογκ αυτό, γράφω αποκλειστικά για την πατρίδα μου την Κρήτη.
Και μερικές φορές συνειδητοποιώ πως για μένα η Κρήτη, δεν είναι κάτι που μπορώ εύκολα να αγγίξω, να δω, να ζήσω, να πατήσω τελοσπάντων.
Ζω μακριά της, γιαυτό την αισθάνομαι σαν κάτι άυλο, πιο πολύ σαν συναίσθημα, ανάμνηση, όνειρο.
Πως να τα περιγράψω όλα αυτά, πατώντας απλά τα ψυχρά μαύρα πλήκτρα ενός λαπτόπ;
Πως να βγάλω προς τα έξω αυτά που πλημμυρίζουν την καρδιά μου;
Γαμώτο, ζηλεύω τους συγγραφείς που μπορούνε να τα γράψουν στο χαρτί.
Ζηλεύω τους ποιητές που μπορούνε να τα ζωγραφίσουν στα σύννεφα.
Μα πιο πολύ τους λυράριδες που μπορούνε να τα κάνουν να χορεύουν στον αέρα!
Γιαυτό να με συμπαθάτε αν που και που εξαφανίζομαι.
Και μη μου κρατάτε κακία αν πολλές φορές δεν σας σχολιάζω.
Αυτό δε σημαίνει πως δεν σας διαβάζω,
ούτε φυσικά πως δε σας αγαπώ...
Δευτέρα, 05 Οκτωβρίου 2009
Ρακόμελο

Φτιάχνουμε ρακόμελο; Τα υλικά: Επεξεργασία:
Βέβαια οι περισσότερες συνταγές το παρουσιάζουν λίγο πολύ σα φάρμακο για το κρύωμα, που πίνεται ζεστό!
Προσωπικά δεν το βλέπω έτσι. Αντίθετα, σας προτείνω να το απολαύσετε παγωμένο, κυρίως σαν απεριτίφ μετά το φαγητό.
Προσοχή μόνο: Το μέλι και το άρωμά του, συνήθως ξεγελάνε αυτούς που το πίνουν για πρώτη φορά, γιατί μέσα σ’ αυτό το φαινομενικά αθώο ποτό με τη γλυκιά γεύση, κυριαρχεί σε ποσότητα και δύναμη η τσικουδιά!
Με μέτρο λοιπόν, εκτός κι αν θέλετε να γίνετε λιάδα, οπότε σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα!
ΥΓ: Εντάξει δε θέλω να γίνομαι κακός, αλλά πόσα ρακόμελα θα ήπιαν από χθες τα πατριωτάκια της ΝΔ μπας και γλυκάνουν τον πόνο τους ε;
Παρασκευή, 02 Οκτωβρίου 2009
Σταμναγκάθι.

Υπάρχει ένα χόρτο που έχει μια υπέροχη πικράδα μαζί με μια ελαφριά γλυκύτητα, που δεν μοιάζει με κανένα άλλο και είναι σήμα κατατεθέν της κρητικής κουζίνας. Είναι το περιβόητο σταμναγκάθι, που τα τελευταία χρόνια έχει κουρσέψει όλα τα γκουρμέ εστιατόρια της Ελλάδας -και όχι μόνο- ανακηρύσσοντας εαυτόν ως χόρτο απαραίτητο σε κάθε γαστρονομική αναζήτηση.
Ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των άγριων ραδικιών και πρόκειται για ένα μικρό αγκαθωτό θάμνο, τόσο αγκαθωτό όσο χρειάζεται για να κάνει δύσκολη τη ζωή των Κρητικών που αποφασίζουν ν' ασχοληθούν μαζί του.
Στην επιστημονική του ονομασία, το σταμναγκάθι λέγεται Cichorium Spinosum και όσον αφορά τη λεκτική συνύπαρξη της στάμνας με το αγκάθι, λέγεται ότι ευθύνεται μια παλιά συνήθεια των Κρητικών να καλύπτουν με αυτά τα χόρτα τα στόμια των σταμνών με το νερό για να εμποδίζονται τα μαμούνια και τα έντομα να κάνουν... βουτιές στο πόσιμο χρυσάφι.
Αναφορές στο σταμναγκάθι κάνει ο Διοσκουρίδης, που το χαρακτηρίζει φάρμακο για πολλές παθήσεις και συστήνει αρκετές εφαρμογές του, και κυρίως τις αντισηπτικές αλλά και τις αντιρευματικές. Αν και συναντά κανείς σταμναγκάθι κυρίως στο οροπέδιο του Ομαλού, πολλές φορές θα βρει διάφορους «συγγενείς» του ακόμη και δίπλα στα θάλασσα, όπως τα γυαλοράδικα.
Χαρακτηριστικό τους είναι ότι μέχρι και το τέλος της άνοιξης είναι πράσινα τρυφερά εδέσματα που τρώγονται ευχάριστα ακόμη και ωμά με λάδι και ξίδι, ενώ το καλοκαίρι θυμίζουν κατάξερα γαϊδουράγκαθα και δεν πλησιάζονται ούτε από κατσίκες.
ΥΓ.: Ωραία τάγραψα; Νάχαμε και κανά δυό μερίδες μπροστά μας, ένα μπουκάλι παγωμένη τσικουδιά και τίποτα χοχλιούς ε;
ΥΓ.2: Μόλις τώρα άνοιξα την tv και βλέπω μια γαλάζια λαοθάλασσα στην Αθήνα να επευφημεί έξαλα τον Καραμανλή στο μπαλκόνι.
Δηλαδή όλοι αυτοί έμειναν ικανοποιημένοι απο τη διακυβέρνηση της ΝΔ;
Δεν αντιμετώπισαν κανένα πρόβλημα;
'Ολα καλά;
Τους θέλουν πάλι;
Πώς να τους ονομάσω μαζόχες ή μαλάκες;
Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009
Και το πλοίο φεύγει...

Νοσταλγία;
Πράγματα που θα ήθελε κάποιος να κάνει, αλλά δεν έκανε;
Λέξεις που σήμαιναν τόσα πολλά, αλλά ποτέ δεν ακούστηκαν;
Τι μυστικά να κρύβονται πίσω απ΄το φωτισμένο καράβι που ετοιμάζεται να φύγει απ΄το λιμάνι;
Πόσες πορείες διασταυρώνονται στο σκοτεινό πέλαγος που θα ακολουθήσει;
Νυσταγμένα πρόσωπα στα σαλόνια.
Άλλοι κοιτάνε βαριεστημένα τηλεόραση, πιο πολύ από συνήθεια.
Άλλοι βυθισμένοι στις σκέψεις τους (μελαγχολούν, χαίρονται, μετανιώνουν) μέχρι να τους πάρει ο ύπνος και να ησυχάσουν
και άλλοι παλεύουν να επικοινωνήσουν σαρώνοντας το χώρο για γνωστούς ή άγνωστους συνταξιδιώτες..
Κι όταν οι προπέλες πάρουν στροφές και τα φώτα του λιμανιού αρχίζουν να μικραίνουν,
πόσοι επιβάτες ακουμπισμένοι στις κουπαστές,
μάταια προσπαθούν να σταματήσουνε το χρόνο, να κρατήσουνε το θέαμα για πάντα. (Λες και τα βλέμματα είναι κάβοι!).
Είναι η ώρα της μελαγχολίας για τους ευαίσθητους, είναι η ώρα των ενδόμυχων υποσχέσεων για τους αισιόδοξους, είναι η ώρα της νοσταλγίας για όλους.
Μετά από λίγο, τα πάντα στην πρύμη σκοτεινιάζουν.
Η Κρήτη λες και εξαφανίζεται, λες και χάνεται από το χάρτη.
Αστέρια καταλαμβάνουν τιμητικά τη θέση της.
Τα ανθρώπινα μάτια αδυνατούν να μεταφέρουν εικόνα και συγκίνηση.
Η νυχτερινή δροσιά, ήδη έγινε κρύο.
Ο ένας μετά τον άλλο εγκαταλείπουν το κατάστρωμα
Ξανά στο φως και τη ζεστασιά των σαλονιών, ξανά στη μοναξιά του πλήθους...
Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009
Κωστας Μουντάκης - Αναφορά στον Καζαντζάκη.


Και λίγη καλή μουσική για όσους κατεβάζετε CD από τον rapidshare (για όλους δηλαδή).
http://rapidshare.com/files/190262354/KSTAS_MOYNTKHS_ANFOR_KZNTZKHS__1976_.rar
Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009
Μαράθι ώρα μηδέν!

Παραλία Μαράθι, Χανιά. Είμαι ξαπλωμένος μπρούμυτα στην πολύχρωμη διαφημιστική πετσέτα μου, πάνω στην καφτή αμμουδιά, με τα πόδια ένα μέτρο απ΄τη θάλασσα. Πιθανόν λόγω της σωματικής μου διάπλασης από μακριά να θυμίζω ψόφιο γουρούνι, σας πληροφορώ όμως πως αντίθετα με το σώμα, το μυαλό μου εργάζεται πυρετωδώς, και θα σας εξηγήσω.
Ακριβώς δίπλα μου από τα αριστερά, σε απόσταση αναπνοής, αλλά σε ανάσκελη στάση, μια κοπέλα. Ονομάζεται Johan Sebach, 22 ετών, από το Illinois που εργάζεται σαν βοηθός λογίστρια στην εταιρία μεταφορών JP Tranfers στην Oklahoma της Αμερικής. Μη με ρωτάτε προς το παρόν που τα ξέρω όλα αυτά, θα σας εξηγήσω.
Ακριβώς δίπλα από τη Johan (δηλ. δύο θέσεις πιό αριστερά από εμένα) πάνω σε μια καναρινοκόκκινη πετσέτα κείται ένας δίμετρος αραπάς, ο Ridge Waynes, 30 ετών, Αμερικάνος και αυτός, ταξιτζής στο επάγγελμα από το Arkancas City.
Ας έρθουμε προς τα δεξιά μου. Πάλι γυναίκα (ξέρω που ξαπλώνω εγώ. Δίπλα στον αραπά θα ξάπλωνα;). Βέρα Σουηδέξα, κατάξανθη, πανύψηλη και πανάχαρη φυσικά. Ονομάζεται Oulma Rasendolph, 24 ετών φοιτήτρια φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Uppsala. Πάλι που τα ξέρω; Θα σας εξηγήσω.
Πολύ κολλητά στην Ulma, σε απόσταση παρεξηγήσεως θα έλεγα, μια μαύρη καλλονή από τη Νότια Αφρική. Aresky Daould το όνομά της, 30 χρονών, ανώτερη υπάλληλος της παναφρικανικής QB research.
Άραγε ποιοί μαγικοί αλγόριθμοι διασταυρώνουν κάποια χρονική στιγμή τις ατομικές πορείες μας μέσα στο σύμπαν; Ποιοί μυστικοί κωδικοί φέρνουν 5 άγνωστους μεταξύ τους ανθρώπους, απο διαφορετικά κράτη, να βρίσκονται ξαπλωμένοι την ίδια μέρα και ώρα στο ίδιο σημείο χ της Γης;
Υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ τους; Τους συνδέει κάτι; Θα ξανασυναντηθούν κάπου άλλου; Μήπως ήταν μαζύ σε κάποια προηγούμενη ζωή;( Άρα υπάρχει και ζωή μετά το θάνατο;).
Τέτοια κάθομαι και σκέφτομαι ρε γαμώτο, και δε μπορώ να χαλαρώσω.
Μήπως μπορεί να μου εξηγήσει κανείς;
Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009
Ντροπή μας...

Αλήθεια πόσοι να πέθαναν πάνω σ΄αυτό το νησί, μόνο και μόνο για να μη κατακτηθεί ένα κομμάτι γης, που τώρα απλόχερα το ξεπουλάνε στον πρώτο αγοραστή οι τυχεροί - νταβατζήδες απόγονοί τους;
Αλήθεια πόσα εγκλήματα τιμής έγιναν στα ίδια χώματα, που τώρα αλωνίζουν καυλωμένοι ευρωπαίοι αληταράδες, τεζαρισμένοι στην πρέζα και το αλκοόλ, πελάτες κάποιων εξ ίσου αλητήριων τοπικών "επιχειρηματιών" της πλάκας;
Πρόοδος; Ανοχή; Ξεφτίλα; Ποιες λέξεις ταιριάζουν για να περιγράψουμε τη σύγχρονη Κρήτη;
Η παράδοσή μας πουλιέται στα σουβενιρτζίδικα. Τι θες; Μαυρομάνικα; Τσικουδιά; Λάδι; Ρακόμελο; Μουσική; Όλα θα τα βρεις στο παζάρι, ανάμεσα σε κινέζικα χαϊμαλιά, μπουκαλάκια με αρώματα, πλαστικούς λουλάδες και κουρδιστές λύρες!
"Είμαι απο την Κρήτη" λες, και όσοι είναι γύρω σου, έχουν να πουν μια καλή κουβέντα: "Α, έχω πάει κι εγώ, πέρασα απίθανα!", "Φοβερά τοπία, φιλόξενοι άνθρωποι!", "Έχω ακούσει τα καλύτερα λόγια, του χρόνου θα πάω!".
Μόνο εμείς οι Κρητικοί δεν την αγαπάμε, ανεχόμαστε να τη βλέπουμε να βιάζεται, να εξευτελίζεται, να ξεπουλιέται. Κάνουμε τα στραβά μάτια, συμμετέχουμε παθητικά στη δολοφονία της.
Και μερικοί, τη Θέλουν ανεξάρτητη. Φτιάξαν και σημαία!
Να διοικείται από τα δικά της παιδιά. Τους Μητσοτάκηδες, τον Μεϊμαράκη, ή τον απίθανο Μαρκογιαννάκη για παράδειγμα.
Έχουν κι αυτοί το δίκιο τους. Δεν αντέχουν να βλέπουν το νησί να αργοπεθαίνει
Καλύτερα να φουντάρει μια κι έξω, να μην υποφέρει τουλάχιστον!
"Και τι μπορούμε να κάνουμε εμείς;", "Πως μπορούμε να τα βάλουμε με τα συμφέροντα;", "Τώρα πια είναι πολύ αργά!" είναι μερικές από τις υποθετικές απαντήσεις στις εξ' ίσου υποθετικές ερωτήσεις μου.
Αρνούμαι να τις σχολιάσω.
"Ντροπή μας" είναι ο τίτλος της ανάρτησης, θα κρατήσω τις ίδιες λέξεις για επίλογο...
Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2009
Είμαι δολοφόνος χοχλιών!

Ναι, λυπάμαι που το λέω, αλλά είμαι.
Δεν έχει σημασία αν η πρόθεσή μου δεν ήταν το έγκλημα αλλά ένα αθώο μαγείρεμα, το αποτέλεσμα όμως ήταν ο φόνος...
Και εξηγούμαι:
Τι δουλειά είχα να μαγειρέψω χοχλιούς μπουμπουριστούς, χωρίς να ξέρω; Και μη μου πείτε ψάξε για συνταγή στο διαδίκτυο και άλλες τέτοιες μπούρδες, γιατί εκεί ήταν που την πάτησα.
Δέκα συνταγές για το ίδιο πράγμα, και οι δέκα διαφορετικές! Άλλη με αλεύρι, άλλη χωρίς. Άλλη με ξύδι, άλλη με κρασί, άλλη ακριβώς 5 λεπτά τηγάνισμα, άλλη μέχρι να πάψουν να τραγουδάνε, και του κώλου τα εννιάμερα...
Και είχα κάτι χοχλιούς τεράστιους, ολοζώντανους, πεντακάθαρους, κατ΄ευθείαν απ΄την πατρίδα!
Ανακατεύω λοιπόν τις συνταγές, και βγάζω κάτι σα μέσον όρο. Τι τόθελα; δεν έπαιρνα μία στην τύχη;
Βάζω την πρώτη τηγανιά (ήθελα να τα μαγειρέψω και όλα, τρομάρα μου), καλά ξεκίνησα μέχρι που τα έσβησα με το ξύδι. Δεν ξέρω αν έβαλα πολύ, ή παραέκαιγε το λάδι, πάντως επακολούθησε ντουμάνι, μου κόπηκε και η αναπνοή για λίγο, αυτό ήταν, πάει την πούτσισα σκέφτηκα, αλλά ευτυχώς έβαλα στο φουλ τον απορροφητήρα, άνοιξα πόρτες, παράθυρα, και τη γλύτωσα!
Χωρίς να τους δοκιμάσω, σίγουρος για την επιτυχία μου, προχώρησα στη δεύτερη τηγανιά. Εκεί που κόντευε να τελειώσει, λέω, ας φάω ένα απ΄τους έτοιμους, να μου φύγει κάπως η λιγούρα. Αφού κατακάηκα, διαπιστώνω πως ήταν λίγο σκληροί.
Τι κάνουμε τώρα; Πως μαλακώνουν; Το τηγάνι ήδη πέταγε καμένα λάδια, ήμουν κι εγώ λαδωμένος, με έπιασε κι ένας μικροπανικός, λίγο θέλει το μυαλό να πάρει ανάποδες στροφές;
Χρειάζονται κι άλλο ψήσιμο σκέφτηκα. Όσο πιο πολύ, τόσο μαλακώνουν συμπέρανα μαλακωδώς.
Τους αφήνω λοιπόν κανά μισάωρο (όχι πιο πάνω, μη μου γίνουν πολύ νερουλοί), και μετά ρίχνω από πάνω τους και τους έτοιμους να μαλακώσουν κι αυτοί, σε μια κουζίνα που έμοιαζε με κόλαση, με τις θερμοκρασίες στα ύψη, τα λάδια να κοχλάζουν, ξεραμένα ξύδια, καμμένα αλεύρια, και τους χοχλιούς να πετάγονται παντού στην προσπάθειά μου να ανακατέψω ένα διπλογεμάτο τηγάνι....
Μη τα πολυλογώ, τελικά δεν έμεινε τίποτα. Οι σάρκες τους συρρικνώθηκαν και έγιναν σαν μικροσκοπικές καυτές μούμιες. Κανένα ζωντανό πλάσμα στον πλανήτη δεν θα μπορούσε να τις φάει, ή έστω να τις ξεκολλήσει από τα μισοδιαλυμένα απ΄τη φωτιά και σπασμένα απ΄το ανακάτεμα κελύφη τους.
Δε λυπάμαι τους χοχλιούς που δεν έφαγα, αλλά τα δυστυχισμένα αυτά ζωάκια, που βασάνισα και σκότωσα άδικα. Που έκαναν όλο αυτό το ταξίδι πεντακάθαρα και ολοζώντανα σαν χαρούμενα μωράκια, για να πέσουν στα χέρια ενός σαδιστή δολοφόνου.




