Ερίφια κι εριφάκια,
ψάχνουν θαμένα μέσα στο χιόνι χόρτα,
στις πιο ψηλές βουνοκορφές του Ψηλορείτη.
Άγρια, απρόσιτα, υπερήφανα,
χέρι ανθρώπου δεν τάχει αγγίξει,
μάτι δεν τάχει παρατηρήσει ακόμα,
έτσι καθώς κινούνται αργά, προσεκτικά κι αόρατα,
μεσ΄τα δικά τους προαιώνια, σίγουρα μονοπάτια,
σαν τις σκιές μεσ' τις σκιές
των ασπροκέφαλων θάμνων...
Ερίφια κι εριφάκια,
όσο εμείς πατάμε πλήκτρα,
όσο πολύπλοκα και αν απλοποιούμε τη μίζερη ζωή μας,
όσο πουλάμε, αγοράζουμε και χτίζουμε
(ότι μπορεί να πουληθεί, ν΄αγοραστεί ή να χτιστεί),
όσο πιο γρήγορα τρέχουμε για να προλάβουμε το τέλος μας
(πάντα ανεπίδεκτοι, αδαείς και αγχωμένοι),
εύχομαι εσείς, να συνεχίσετε να ζείτε εκεί πάνω,
να σεργιανάτε ελεύθερα στα παγωμένα ή καφτερά λιθάρια,
μέσα στις μυρωδιές, τους ήχους και τα χρώματα,
να πολεμάτε και να ερωτεύεστε,
όπως θα έπρεπε να κάναμε κι εμείς,
αν δεν είχαμε την ατυχία να γεννηθούμε πολιτισμένοι...
